βορεινοῦ

βορεινός
masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Almopia — Gemeinde Almopia Δήμος Αλμωπίας …   Deutsch Wikipedia

  • Αριδαίας, δήμος — Δήμος (20.213 κάτ.) του νομού Πέλλης, που ανασυστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τον πρώην ομώνυμο δήμο, καθώς και τις πρώην κοινότητες Αλώρου, Αψάλου, Βορεινού, Γαρεφείου, Δωροθέας, Λουτρακίου, Λυκοστόμου, Μεγαπλατάνου,… …   Dictionary of Greek

  • Πευκωτό — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 680 μ.), στην πρώην επαρχία Αλμωπίας, του νομού Πέλλης. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Βορεινού …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.